᾿Ιησοῦς, ὁ «Θεάνθρωπος»



     Σκέφτομαι τό μέγεθος “ἄνθρωπος” καί περνάω στόν ἴλιγγο τοῦ θάμβους. Προσμετρῶ τήν ἀξία τοῦ δικοῦ μου προσώπου καί τῶν προσώπων, πού διακινοῦνται, αἰῶνες τώρα, στό γήπεδο τῆς ἱστορίας καί τή βρίσκω ἀπροσμέτρητη. ᾿Ακούω τούς χτύπους τῆς δικῆς μου καρδιᾶς, ἀλλά, ταυτόχρονα, νοιώθω ἀποδέκτης τῶν ἀνησυχιῶν καί τῶν προβληματισμῶν ὅλων τῶν λογικῶν ὄντων, πού ζύμωσαν μέσα τους τή γνώση, πού διερωτήθηκαν γιά τήν ἀφετηρία τῆς ὕπαρξής τους καί γιά τόν προορισμό της, πού μόχθησαν, χάρηκαν, πόνεσαν, ἔκλαψαν, καί, κλείνοντας τά μάτια, κληροδότησαν τή συναγμένη ἐμπειρία τους στούς μελλοντικούς σκυταλοδρόμους τῆς ζωῆς καί ἀναδύεται ἀπό μέσα μου ἡ διαπίστωση: ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό μεγάλο, τό δυσπρόσιτο καί δυσεξιχνίαστο θαῦμα.
     Τό ψάξιμο, μέσα μου καί γύρω μου, φέρνει στήν ἐπιφάνεια εὑρήματα σημαντικά. “Μελετώντας τήν τελειότητα τῆς ὕπαρξής μου, τή σοφία, μέ τήν ὁποία εἶναι κατασκευασμένο τό σῶμα μου, ἀνακαλύπτω τό Θεό. Ἀπό τό μικρό τοῦτο δημιούργημα, ὁδηγοῦμαι νά σκεφτῶ καί νά ἀναζητήσω τόν μεγάλο Δημιουργό” (Γρηγορίου Νύσσης: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον...», Migne, τ. 44, στ. 260).
     ῾Ωστόσο, εἶμαι βαθειά πεπεισμένος πώς δέ θά μπορέσω ποτέ νά σταθμίσω μέ ἀκρίβεια καί πληρότητα τήν ἀξία “ἄνθρωπος”, ἄν δέν ὑπερβῶ τόν ἑαυτό μου καί τούς γύρω μου καί ἄν δέν καθηλώσω τό βλέμμα μου στό Πρόσωπο τό μοναδικό τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ὁ σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεάνθρωπος. Θά εἶναι ἀποσπασματική καί ἀπρόσφορη ἡ δοκιμή προσέγγισης τοῦ “ἐν ἐμοί” μεγαλείου τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, πού κρύβω μέσα μου, ἄν δέ συνοδευτεῖ, ἤ, μᾶλλον, ἄν δέν ἐμβαπτιστεῖ ἡ προσπάθειά μου στή λαχτάρα προσέγγισης καί κοινωνίας μέ τό Πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας.
     ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστός εἶναι ἡ “εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως” (Κολασ. α΄ 15). ῾Ο προαιώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ. Καί, “ἐν χρόνῳ”, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση μας. ῎Εγινε ἄνθρωπος, ἴδιος μέ μᾶς. Γεννήθηκε στό ἀπέριττο σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Καί μπῆκε στή ζωή μας καί στήν ἱστορία μας. Περπάτησε στούς δρόμους μας. Μίλησε στή γλώσσα μας. ᾿Αποκάλυψε σέ μᾶς τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα. Τοῦ Δημιουργοῦ καί κυβερνήτη τοῦ σύμπαντος. Θεράπευσε τούς ἀρρώστους μας. Ἀνάστησε τούς νεκρούς μας. Ταπεινώθηκε “ἕως θανάτου”. Προσφέρθηκε θυσία πάνω στό Σταυρό. Λύτρωσε τό γένος μας ἀπό τό σκοτισμό τῆς πλάνης καί ἀπό τήν ἀλλοτρίωση τῆς ἁμαρτίας. Πρόβαλε, ἀναστημένος καί θριαμβευτής μέσα ἀπό τόν τάφο. ῎Ανοιξε διάπλατα, στούς ὁδοιπόρους τῆς γῆς τίς πύλες τῆς αἰωνιότητας.
     “Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καί ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά πατρός, πλήρης χάριτος καί ἀληθείας” (Ἰωάν. α΄ 14).
     Μέ δεδομένη αὐτή τήν ἱστορική πραγματικότητα, ἡ ἔντιμη καί σφαιρική ἀνθρωπολογική διερεύνηση πρέπει, ἀπαραίτητα, νά φωτίζεται καί νά ὁλοκληρώνεται μέ τήν παράλληλη, προσεκτική καί σεβαστική Χριστολογική διερεύνηση.
     ῞Οταν προσεγγίζουμε καί ἐμβαθύνουμε στό μυστήριο τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ψηλαφοῦμε, ὑπαρξιακά, τίς ἄπειρες διαστάσεις τῆς σοφίας καί τῆς ἀγάπης τοῦ Πλάστη μας καί ξανατοποθετοῦμε, στό ἀρχικό του βάθρο, τό δικό μας, ἀνθρώπινο πρόσωπο. ῾Η ἀξιολόγηση τῆς προνομιακά μοναδικῆς, λογικῆς ὑπόστασής μας δέν συρρικνώνεται στήν ἀνάγνωση τοῦ γενετικοῦ μας κώδικα, στήν ἀναγνώριση τῆς πολυπλοκότητας τοῦ βιολογικοῦ μας χιτώνα καί στή μεθόδευση ἱκανοποίησης τῶν ἀκόρεστων ἐπιθυμιῶν του. ᾿Αλλάζει προσανατολισμό καί ποιότητα. ῾Υπερβαίνει τή στενότητα τοῦ ὑλικοῦ, τοῦ φθαρτοῦ καί τοῦ ἐπίκαιρου. Συναντάει τόν αἰώνιο Λόγο τοῦ Θεοῦ. Πού εἶναι ἡ ποιητική ἀρχή τοῦ σύμπαντος κόσμου. Γιατί, “πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καί χωρίς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ γέ-γονεν”(Ἰωάν. α΄ 3). Καί “ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος”(Φιλιπ. β΄ 7). “᾿Εν χρόνῳ” ἄδειασε τό ἀπρόσιτο, θεϊκό Του μεγαλεῖο καί βρέθηκε κοντά μας, μέ τήν πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσης μας. ῎Ετσι, ἡ μελέτη μας διευρύνεται. Καί ἐπεκτείνεται στήν ἀναζήτηση τῆς ὑπαρξιακῆς σχέσης καί κοινωνίας μαζί Του.
     “Ὤ, ἀξιοθαύμαστη πού εἶναι ἡ «καινή» ἕνωση! ῎Ω, παράδοξη πού εἶναι ἡ ἀνάμειξη! Ὁ ἄκτιστος Θεός γίνεται κτιστός ἄνθρωπος. Ὁ ἀχώρητος χωρεῖται στήν πεπερασμένη ἀνθρώπινη φύση. ῎Εχοντας κοινή τήν ὑπόσταση μεσιτεύει μέ τή νοερή φύση Του στή Θεότητα καί μέ τή σάρκινη φύση Του συγγενεύει πρός τήν ἀνθρώπινη ὑλικότητα. Καί Ἐκεῖνος, πού εἶναι πλούσιος, φτωχαίνει. Φτωχαίνει παίρνοντας τή δική μου σάρκα, γιά νά πλουτίσω ἐγώ, καθώς ἑνώνομαι μέ τή δική Του Θεότητα. Καί ὁ πλήρης ἀδειάζει. Ἀδειάζει ἀπό τή δόξα Του γιά μικρό χρονικό διάστημα, γιά νά γίνω ἐγώ μέτοχος τῆς δικῆς Του πληρότητας. Πόσο μεγάλος εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητάς Του! Πόσο μεγάλο εἶναι τό Μυστήριο πού μέ περιβάλλει. ῎Εγινα ἐγώ μέτοχος τῆς εἰκόνας Του καί δέν τή φύλαξα. Μεταλαμβάνει Ἐκεῖνος τή δική μου σάρκα καί γιά νά σώσει τήν εἰκόνα καί γιά νά ἀθανατίσει τή σάρκα” (Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ «Εἰς τά Ἅγια Θεοφάνεια», Migne, τ. 36, στ. 325).


* * *

     Δέ θά μπορέσω ποτέ νά ἀποδεχτῶ τήν προσέγγιση στό ἱστορικό Πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, σάν ἕνα ψυχρό, ἐρευνητικό καί στοχαστικό βηματισμό, ὅμοιο μέ τόν ἐπιστημονικό βηματισμό, πού ἐπιχειροῦμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι στό ἀνοιχτό γήπεδο τῆς ἐπιστήμης. Στό χῶρο τῶν ἱστορικῶν ἐρευνῶν. Καί στό πάνθεο τῶν προσωπικοτήτων, πού διαμόρφωσαν τό κοινωνικό status quo καί ἔκτισαν τό ἀνάκτορο τοῦ πολιτισμοῦ μας. ῾Η μελέτη γιά τό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου, δέν ἐξαντλεῖται σέ μιά εὐσυνείδητη, ἀλλά ψυχικά ἀποστασιοποιημένη ἀναδίφηση τῶν βιογραφικῶν πληροφοριῶν, πού φτάνουν ἀπό τό μακρινό παρελθόν καί ἰχνογραφοῦν τήν ἐπίγεια ἀναστροφή Του. Ἄν τά γεγονότα, πού ἱστοροῦνται στήν Καινή μας Διαθήκη, τά παρακολουθήσουμε καί τά μελετήσουμε μέ τήν ψυχρότητα καί μέ τήν περιέργεια τοῦ ἀποστασιοποιημένου παρατηρητή, τά μυστικά βάθη τῆς θείας γνώσης δέ θά φανερωθοῦν στήν ὕπαρξή μας. Ἡ ψυχή μας θά παραμείνει δεμένη καί παγιδευμένη στή διαλεκτική τῆς γήινης, ὑλιστικῆς ἀνάγνωσης καί θεώρησης τοῦ ὑπαρκτικοῦ μας κώδικα. Καί ὁ πλοῦτος τοῦ ἀποκαλυπτικοῦ λόγου θά μένει γιά μᾶς ξένος.
     “Ψυχικός ἄνθρωπος οὐ δέχεται τά τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ· μωρία γάρ αὐτῷ ἐστι”(Α΄ Κορινθ. β΄ 14). ῾Ο φυσικός, ἄνθρωπος, πού δέν ἔχει ἀναγεννηθεῖ μέσα στήν πλήμμυρα τῆς θείας Χάρης, δέ δέχεται ἐκεῖνα, πού φανερώνει καί ἀποκαλύπτει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἐγκλωβισμένος στόν στενό, ὑλικό ὁρίζοντα, δέ διαθέτει κεραία, γιά νά πιάσει τά μηνύματα τοῦ Θεοῦ, μήτε τήν πνευματική ἐγρήγορση, γιά νά κινηθεῖ καί νά προσπελάσει στό Μυστήριο τῆς θείας Δύναμης καί τῆς θείας Ἀγάπης. Ὅλα ὅσα ἀναφέρονται στό Θεό παρουσιάζονται στά μάτια του ὡς μωρία. Καί ὅσα ξεπερνοῦν τήν ἱκανότητα τοῦ μυαλοῦ του, ἠχοῦν μέσα του ὡς προδοσία τῆς ἀνθρώπινης γνωστικῆς ἱκανότητας.
     ῾Η συνάντηση μέ τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό εἶναι συνάντηση μέ τό θαῦμα. Μέ τό Μυστήριο. Μέ τό ὁρατό ἱστορικό γεγονός, πού ἦρθε νά ἀνατρέψει τή διαλεκτική καί τήν ἀντοχή τῶν βιολογικῶν μας αἰσθήσεων καί νά μᾶς ἀποκαλύψει τήν οὐράνια πραγματικότητα, μέσα στήν ὁποία εἶναι ἐνταγμένη καί ἡ δική μας ὑπόσταση.
     “Σκέψου, πόσο παράδοξο καί ἀνεξήγητο θά εἶναι, ἄν δεῖς τόν ἥλιο νά κατεβαίνει ἀπό τόν οὐρανό, νά τρέχει στή γῆ μας καί νά ἀφήνει τίς ἀκτίνες του νά λάμπουν σέ ὅλους μας, ἀπό αὐτή τήν τροχιά του. Ἄν, λοιπόν, κάτι τέτοιο, πού θά συνέβαινε μέ τόν αἰσθητό φωστήρα τῆς μέρας, θά κατέπληττε ὅλους ἐμᾶς πού θά τό βλέπαμε, ἐρεύνησε καί σκέψου πόσο μεγάλο εἶναι νά βλέπουμε τόν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης νά ἀφήνει τή λάμψη τῶν ἀκτίνων Του μέσα ἀπό τή δική μας σάρκα καί νά καταυγάζει τίς δικές μας ψυχές!” (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς τήν γενέθλιον ἡμέραν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ...α΄», Migne, τ. 49, στ.351).
     ῾Η Καινή μας Διαθήκη, θησαύρισμα ἱστορικό καί, παράλληλα, ἀποκαλυπτικό τοῦ θεϊκοῦ Μυστηρίου, μᾶς δίνει ἀφορμές γιά τή διπλή προσέγγιση. Τήν καθαρά ἱστορική, ἀλλά καί τή βαθύτερη, τήν ὑπαρξιακή καί πνευματική. Μᾶς περιγράφει μέ ἀκρίβεια καί λιτότητα τά ἱστορικά περιστατικά. ῞Οσα ἀναφέρονται στή σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου καί στήν ἀγαπητική ἀναστροφή Του μέ τά πλάσματα τῆς ἄπειρης σοφίας Του καί τῆς ἀσύλληπτης ἀγάπης Του. Καί μᾶς χειραγωγεῖ, διακριτικά ἀλλά οὐσιαστικά, στά κράσπεδα τοῦ “ὑπέρ λόγον” καί “ὑπέρ πᾶσαν ἔννοιαν” μυστηρίου, γιά νά μᾶς συνδέσει μέ τόν ὑπερούσιο Θεό καί νά μᾶς προσφέρει γεύση καί ἐμπειρία τῆς κοινωνίας μας μαζί Του.
     Οἱ ἑρμηνευτές Πατέρες μας, σκυμμένοι, μέ διάθεση ἀφοσίωσης, στά ἱερά κείμενα τῆς Καινῆς μας Διαθήκης καί κυριευμένοι ἀπό τό θάμβος τῆς ἀναδυόμενης πραγματικότητας, στοχάζονται, προσεύχονται καί ἀποτυπώνουν στά ἑρμηνευτικά σχόλιά τους τά εὑρήματα τῆς μελέτης τους καί τά ψήγματα τῆς ἐμπειρίας τους.
     Μεταφέρω μερικά ἀπό τά πολλά θεοφώτιστα φθέγματα τῶν ἁγίων Πατέρων μας. Εἶναι σχολιασμοί τῶν θεόπνευστων κειμένων τῆς Καινῆς μας Διαθήκης καί, κατά προέκταση, καλλιέργεια τοῦ Θεολογικοῦ τους λόγου καί τῆς ἁγιαστικῆς τους ἐμπειρίας.
     Τό πρῶτο ἀπόσπασμα προέρχεται ἀπό τή συστηματική μελέτη τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ, πού φέρνει τόν τίτλο: “῎Εκδοσις Ἀκριβής τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως”.
     “Μέ τή συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα, ὁ μονογενής Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι Θεός, Αὐτός, πού ὑπῆρχε στόν κόλπο τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα, ὁ ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα καί μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα, ὁ προαιώνιος, Αὐτός, πού δέν εἶχε ἀρχή, Αὐτός, πού ὑπῆρχε στήν ἀρχή καί ἦταν ἑνωμένος μέ τό Θεό καί Πατέρα, καί ἦταν Θεός, ὅμοιος κατά πάντα μέ τόν Πατέρα, γέρνει ἀπό τό ὕψος τοῦ Οὐρανοῦ καί κατεβαίνει. Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὁ Θεός ταπείνωσε, χωρίς νά τό μειώσει, τό ὑψηλό καί ἀταπείνωτο ὕψος τῆς Θεότητάς Του, καί συγκατέβηκε στούς δούλους Του. Και ἡ συγκατάβαση αὐτή εἶναι ἀνέκφραστη καί ἀκατάληπτη. Αὐτό τό γεγονός δηλώνει ἡ “κατάβαση”. Καί ὑπάρχοντας τέλειος Θεός, γίνεται τέλειος ἄνθρωπος. Καί πραγματοποιεῖται, μέ τήν πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσης, αὐτό, πού εἶναι παραδοξότερο ἀπό ὅλα τά παράδοξα. Τό μοναδικά παράδοξο “ὑπό τόν ἥλιον”, πού, δι᾿ αὐτοῦ τοῦ παραδόξου, ἐμφανίζεται καί ἀποκαλύπτεται ἡ ἄπειρη δύναμη τοῦ Θεοῦ. Γιατί τί μεγαλύτερο ὑπάρχει, ἀπό τό νά γίνει ὁ Θεός ἄνθρωπος;” (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ: «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. ΙΙΙ», Migne, τ. 94, στ. 984).
     ῾Ο ἅγιος Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας γράφει:
     “Κινδυνεύει νά μή γίνει πιστευτό τό μυστήριο τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτό ἐξ αἰτίας τοῦ μεγέθους τοῦ θαύματος. Ὁ Θεός ἦταν ἑνωμένος μέ τήν ἀνθρωπότητα. Καί βρισκόταν ἀνάμεσα σέ μᾶς Ἐκεῖνος, πού εἶναι πάνω ἀπό ὁλόκληρη τήν κτίση. Ὁ ἀόρατος ἦταν ὁρατός κατά τή σάρκα. ᾿Εκεῖνος, πού ἐρχόταν ἀπό τόν Οὐρανό καί ἦταν πάνω ἀπό τόν Οὐρανό, ἦταν μέ τή μορφή τῶν χοϊκῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἀπρόσιτος ἦταν ψηλαφητός. Ἐκεῖνος, πού, κατά τή θεϊκή φύση Του, ἦταν ἀπόλυτα ἐλεύθερος, ἐμφανιζόταν μέ τή μορφή τοῦ δούλου. Ἐκεῖνος, πού εὐλογοῦσε τήν κτίση, ἔδειχνε καταραμένος. Καί ἀνάμεσα στούς ἄνομους βρέθηκε Ἐκεῖνος, πού ἦταν ἡ ἀπόλυτη δικαιοσύνη. Καί τή δοκιμή τοῦ θανάτου εἶχε Ἐκεῖνος, πού εἶναι ἡ πλήρης ζωή. Γιατί τό σῶμα, πού γεύτηκε τό θάνατο, δέν ἦταν κάποιου ἄλλου, ἀλλά τό σῶμα τοῦ κατά φύση Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ” (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: «Ὅτι εἷς ὁ Χριστός», Sources Chretiennes, τ. 97, σελ. 332).
     ῾Ο Μέγας Βασίλειος, ὁ ἐξαγιασμένος φωστήρας τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Καισαρείας, προσεγγίζει τό μυστήριο τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ-Λόγου μέ τούτη τήν παρατήρηση:
     “Σκέψου την θεοπρεπῶς τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου. Ἀμόλυντη καί ἀρρύπωτη σκέψου την τήν Θεότητα, ἔστω καί ἄν παρουσιάζεται ἑνωμένη μέ τήν ὑλική φύση. Τήν ἀνθρωπότητα, πού βρίσκεται στά πάθη, τή διορθώνει. Ἀλλά Αὐτή δέ γεμίζει μέ πάθη. Δέ βλέπεις τοῦτον τόν ἥλιο; Ἀνακατεύεται μέ τό βόρβορο, ἀλλά καθόλου δέ μολύνεται, καί ἐπιλάμπει στούς ρυπαρούς, χωρίς νά γεμίζει μέ δυσωδία. ᾿Αντίθετα, ξεραίνει τίς σαπίλες, ἄν μείνει γιά πολύ πάνω τους. Γιατί φοβᾶσαι μήπως ἡ ἀπαθής καί ὁλοκάθαρη φύση τοῦ Θεοῦ πάρει ἀπό μᾶς καμμιά κηλίδα; Γι᾿ αὐτό τό λόγο γεννήθηκε. Γιά νά καθαρθεῖς σύ ἐξ αἰτίας τῆς συγγενείας τῆς ἀνθρώπινης φύσης σου. Γι᾿ αὐτό τό λόγο αὐξάνεται. Γιά νά οἰκειωθεῖς σύ μαζί Του ἐξ αἰτίας τῆς συναναστροφῆς μέ τό Πρόσωπό Του” (Μεγάλου Βασιλείου: «Εἰς Χριστοῦ γέννησιν», Migne, τ. 31, στ. 1473).


* * *

     Εἶναι αὐτόδηλο ὅτι ἡ σάρκωση καί ἡ παρουσία στόν κόσμο μας τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας, δίνει ἄλλη διάσταση καί ἄλλη ποιότητα στό δικό μας πρόσωπο καί χρωματίζει μέ ἄλλες, θεϊκές πινελιές τή μετοχή μας στήν ἱστορική λιτανεία.
     ῾Η σάρκωση καί τό Σταυρικό Πάθος φανερώνουν τήν ἔκταση καί τήν ἔνταση τῆς ἀγάπης του Θεοῦ στό λογικό πλάσμα Του. “Οὕτω ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν Υἰόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον” (Ἰωάν. γ΄ 16).
     ῾Η παρουσία τοῦ Θεανθρώπου στή γῆ μας ὁριοθετεῖ τή σχέση ἐγγύτατης κοινωνίας τοῦ καθενός ἀπό μᾶς μαζί Του. Κρατάει γιά πάντα ἀνοιχτές τίς προσβάσεις. Καί δίνει ἀμεσότητα στό διάλογο τῆς ἀγάπης. “᾿Ιδού ἐγώ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος” (Ματθ. κη΄ 20).
     ῾Η Σταυρική Του θυσία εἶναι ἡ μεγάλη προσφορά, πού ἀνακαίνισε τίς ὑπάρξεις μας καί τίς χειραγώγησε στή βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. “῎Εδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν, ἵνα λυτρώσηται ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀνομίας καί καθαρίσῃ ἑαυτῷ λαόν περιούσιον, ζηλωτήν καλῶν ἔργων” (Τιτ. β΄ 14).
     ῾Η Ἀνάστασή Του ἀποτελεῖ τή θριαμβευτική νίκη κατά τοῦ θανάτου καί ἐγγύηση πώς καί μεῖς θά τόν ἀκολουθήσουμε στήν καινότητα τῆς ἀναστημένης ζωῆς καί θά γευόμαστε αἰώνια τήν κοινωνία μαζί Του. “Νυνί Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο” (Α΄ Κορινθ. ιε΄ 20).
     ῾Η Πατερική ἐμβάθυνση στό μυστήριο τῆς σάρκωσης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, στό Σταυρικό Πάθος καί στήν ᾿Ανάσταση εἶναι ἀπαύγασμα θείας ἔμπνευσης. Εἶναι ἄγγιγμα λατρευτικό τοῦ ἀγαπημένου Διδασκάλου καί, παράλληλα, ἐνδοσκόπηση τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, πού εἶναι πλασμένη νά ἀντανακλάει τήν πληρότητα καί τήν τελειότητα τοῦ “κατ᾿ εἰκόνα” καί τοῦ “καθ᾿ ὁμοίωση”.
     Μεταφέρω δυό, σταχυολογημένα, ἀποσπάσματα, ἁπλά καί μόνο γιά νά δώσω λίγο ἀπό τό ἄρωμα τῆς σοφίας τους καί τῆς πνευματικότητάς τους.
     “Ὁ βασιλιάς ὁλόκληρης τῆς κτίσης, θέλοντας νά μᾶς θεραπεύσει, ζώστηκε τό λέντιο, δηλαδή τήν ἀνθρώπινη φύση μας, καί τῆς χάρισε τήν ὑγεία. Ὁ τέλειος Διδάσκαλος τῶν νηπίων, ἔγινε νήπιος ἀνάμεσα στά νήπια, γιά νά σοφίσει τούς ἄφρονες. Ὁ Ἐπουράνιος ἄρτος κατέβηκε στή γῆ, γιά νά θρέψει ἐκείνους πού πεθαίνουν ἀπό πείνα” (Κυρίλλου Ἱεροσολύμων: «Κατηχήσεις, ΙΒ΄», Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων, τ. 39, σ. 138).
     “Ἐπειδή μᾶς μετέδωσε τό καλύτερο καί δέν τό διαφυλάξαμε, μεταλαμβάνει Ἐκεῖνος τό χειρότερο, ἐννοῶ τή δική μας φύση, ὥστε, μέσα ἀπό τή φύση μας καί μέ τήν ἕνωση τῆς φύσης μας μαζί Του, νά ἀνακαινίσει τό “κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωση” καί νά διδάξει σέ ὅλους ἐμᾶς τήν ἐνάρετη πολιτεία, πού μέ τήν ἔνσαρκη παρουσία Του τήν ἔκανε σέ μᾶς προσιτή καί εὔκολα βατή. ῞Ολα δέ αὐτά γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τή φθορά, μέ τήν κοινωνία, πού ἀποκτοῦμε μέ τήν ἀληθινή ζωή, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ἔγινε γιά μᾶς ἀπαρχή τῆς ἀνάστασής μας. Καί γιά νά ἀνακαινίσει τό ἀχρηστεμένο καί κομματιασμένο σκεῦος τῆς ὕπαρξής μας καί νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τήν τυραννία τοῦ διαβόλου, καλώντας μας σέ θεογνωσία, καί νά μᾶς νευρώσει καί νά μᾶς ἐκπαιδεύσει μέ ὑπομονή καί ταπείνωση νά καταπολεμοῦμε τόν τύραννο” (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ: «Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Πίστεως», Migne, τ. 94, στ. 1108).

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ               
ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΡΙΔΟΣ         
ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ                  
(Ἀπό τό βιβλίο του: «Εἰς ἑαυτόν»)